Monthly Archives: August 2016

Κύριε Αγκαστινιώτη, να σου πώ το δικό μου πόνο.

 

Κύριε Αγκαστινιώτη μου, όσοι με γνωρίζουν ξέρουν οτι είμαι ένας άνθρωπος που δεν άντεχει την στασιμότητα και το βόλεμα, τόσο στη συμπεριφορά, όσο και στις προσεγγίσεις μου. Ένοχλώ και με ενοχλούν διάφορα γιατί, παρόλο που συμφωνώ οτι η ζωή συνεχίζεται με τα πάνω της και τα κάτω της, θεωρώ επίσης οτι η ζωή θέλει συνεχή αγώνα και προσαρμογή στα δεδομένα όπως διαμορφώνονται. Πέτρα που κυλάει δεν χορτιαριάζει. Όσον αφορά στο Κυπριακό, είμαι εξ εκείνων που πιστεύουν οτι μπορεί να λυθεί κάποτε, αν σταματήσουμε να διαβάζουμε την ιστορία ωσάν κόμικ, όπου ο Γρίβας είναι ο Μπάτμαν και ο Μακάριος ο Σούπερμαν. Με θυμώνουν απίστευτα, οι τάχατες καβγάδες των πολιτικών, που όντως κτίζουν καριέρες στην πλάτη μας πατώντας πάνω στο Κυπριακό, την ίδια ώρα όμως αρνούμαι να παραδεχτώ, για να τελειώνω, οτι η Τουρκία μια χαρά τη βγάζει με άλυτο το πρόβλημα. Η Τουρκία μια χαρά τη βγάζει, επειδή έχει απεναντί της πολιτικούς της πλάκας, χώρις στρατηγική σε βάθος χρόνου, παρά μόνο συνθήματα των μπαλκονιών και ατάκες που αποσκοπούν να ξυπνήσουν το εθνικό φρόνημα για εσωτερική κατανάλωση. Το ατόπημα είναι, οτι εμείς τους ψηφίζουμε και δεν τους αλλάζουμε δεκαετίες τώρα, ακριβώς γιατί η μεγάλη πλειοψηφία δεν είναι διατεθειμένη να χαλάσει τη ζαχαρένια της.

Δεν είμαι εξ εκείνων που, παθητικά δεν θα είχαν κανενά πρόβλημα να ζήσουν με όποιαδήποτε ράτσα ή θρησκεία. Είμαι εξ αυτών που αντιλαμβάνονται τη πολυπολιτισμικότητα του νησιού από αρχαιοτάτων χρόνων και πιστεύουν οτι η διατήρηση αυτού του χαρακτήρα επιβάλλεται. Όχι μόνο για τη πνευματική και πολιτισμική μας ανάπτυξη, που τα τελευταία χρόνια ακολουθεί στ’ αχνάρια της οικονομίας, αλλά και για κάθαρση από το μίσος που μας βαραίνει. Το θέμα μας δεν είναι, αν είναι όλοι ίσοι μπροστά στο Θεό. Είναι αρκετό, να είναι όλοι ίσοι μπροστά στο Κράτος.

Διαβάζοντας το κείμενο σου με αφορμή τις δηλώσεις Ακιντζί, ένοιωσα και εγώ με τη σειρά μου ενα… τσίμπημα. Πρώτον, γιατί είναι φυσιολογικό και θεμιτό σε μια διαπραγμάτευση η άλλη πλευρά να παραθέτει επιχειρήματα που εξυπηρετούν και μόνο τα δικά της συμφέροντα. Το ίδιο εξ άλλου κάναμε και εμείς κατα καιρούς. Πόση απογοήτευση νομίζεις μπορεί να ένοιωσε η άλλη πλευρά όταν δεν πιστώσαμε στον Κληρίδη τους δεκαέξι μήνες και στείλαμε απέναντι τους τον Τάσσο;

Δεύτερον-κι εδώ είναι που θέλω εγώ να σταθώ- είναι αυτή η στάση του “ωχ αδελφισμού” και της εύκολης παραίτησης, του βολέματος, να μην χαλάσει η ζαχαρένια και μπούμε σε κουραστικές διαδικασίες. Αυτή η στάση που χαίρει αποδοχής, όχι μόνο από εσένα, αλλά από τη μεγάλη πλειοψηφία. Αυτή η στάση που πέραν του Κυπριακού εφαρμόζεται σε όλες τις πτυχές της Κυπριακής Κοινωνίας. Αυτή η στάση που προτιμά και ζητά το ψέμα για να διατηρήσει ελπίδες. Με την ίδια ευκολία που λέμε η Τουρκία δεν θέλει λύση, το παραδεχόμαστε και τελειώνουμε, τί να χαλάμε τι ζαχαρένια μας, έτσι είπαμε και στο Πραξικόπημα. Μην χαλάσει η ζαχαρένια μας, δεν θα τιμωρηθεί κανείς. Μην χαλάσει η ζαχαρένια μας στο χρηματιστήριο, μην χαλάσει η ζαχαρένια μας όταν η κτηματική βιομηχανία έστελνε τις τιμες στα ύψη και οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια, μην χαλάσει η ζαχαρένια μας στην Ήλιος, μην χαλάσει η ζαχαρένια μας στο Μαρί, μην χαλάσει η ζαχαρένια μας που δεν έχουμε ΓΕ.Σ.Υ., μην χαλάσει η ζαχαρένια μας γενικώς. Ακόμα και σήμερα, που διεξάγονται ανακρίσεις στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής σχετικά με το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία του τόπου, διεξάγονται πίσω από κλειστές πόρτες. Τί να χαλάμε τη ζαχαρένια μας με διαφάνεια;

Πολύ σωστά το θέτεις, “εδώ μεταξύ μας σφαζόμαστε τους άλλους θα σκεφτούμε;” και πολύ σωστά αναγνωρίζεις οτι κάποιοι διέπραξαν εγκλήματα κατά Τουρκοκυπρίων. Όπως, και κατά Ελληνοκυπρίων, κάτι που αποφεύγουμε επιλεκτικά να αναφέρουμε και πάλιν, μην χαλάσει η ζαχαρένια μας. Λες και οι οικογένειες και τα παιδιά, αυτών που εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ γιατί κρίθηκαν προδότες άνευ δίκης, δεν ζουν’ ανάμεσα μας και δεν τους οφείλουμε ένα συγνώμη. Μια πιθανή παραδοχή εκ μέρους μας αυτών των εγκλημάτων και απολογία στις οικογένειες των νεκρών και από τις δύο πλευρές, σε καμμία περίπτωση δεν αποτελεί εξίσωση τους με την εισβολή και τα εγκλήματα του οργανωμένου στρατού της Τουρκίας. Ούτε προυποθέτει όρους ή αποδοχή της οποιασδήποτε λύσης. Θα εμφάνιζε όμως, σίγουρα, ένα κράτος ώριμο πια να αναλάβει τις όποιες ευθύνες του αναλογούν. Αν εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε οτι σφαζόμαστε μεταξύ μας και δεν σκεφτόμαστε τους άλλους, πώς περιμένουμε από τους αλλούς να μας εμπιστευτούν. Εδώ, εμείς δεν εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον.

Στον πατέρα σου, άν θέλεις, μπορείς να πεις οτι είπα και εγώ στο δικό μου πατέρα που δεν είναι πρόσφυγας.

Όταν στα 59 του μετά από ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο που του προκάλεσε παράλυση στη δεξιά πλευρά, δυσκολία στην άρθρωση του λόγου και αφασικές διαταραχές και αφού ξύπνησε στο γενικό νοσοκομείο μετά από τρείς μέρες πού ήταν σε κώμα, ήρθαν οι γιατροί να μας πούνε οτι πρέπει να φύγει γιατί δεν μπορεί πλεόν να κρατάει το κρεβάτι. Όταν τους ρώτησα τι χρειάζεται από τώρα και στο εξής για την αποκατάσταση του, δεν είχαν απάντηση να μου δώσουν, ούτε είχαν καποιό πρόγραμμα ή καθοδήγηση να μου προσφέρουν. Το μόνο που τους ενδιέφερε ητάν να αδειάσει το κρεβάτι. Μετά από καβγάδες, φωνές και αφού άναψαν τα αίματα, τον άρπαξα από το κρεβάτι και άρχισα να τον κουβαλώ προς την έξοδο διασχίζοντας ολόκληρο το νοσοκομείο σε ένα σουρεάλ σκηνικό με δύο νοσοκόμες να με τρέχουν από πίσω να μου δώσουν αναπηρικό καροτσάκι και γω να φωνάζω στους διαδρομούς να μας αφήσουν ήσυχους. Όταν φτάσαμε πλέον στο αυτοκίνητο και ετοιμαζόμουνα να τον βάλω να καθήσει στη μαξιλάρα, βρήκε τη δύναμη μεταξύ του πανζουρλισμού, της αφασίας του και της δυσκολίας στην άρθρωση, να μου μισόψιθυρίσει… γιατί με δκιώξαν;

Επειδή πατέρα, εν έβρεθηκεν ακόμα, ούτε ένας που να έχει το θάρρος να ξεβολευτεί.

Ποιοί, τελικά, μας σκοτώνουν ξανά και ξανά; Ποιοί μας έχουν φλομώσει στο ψέμα και μας πουλούν ψεύτικες ελπίδες χρόνια τώρα με αντάλλαγμα ανικανότητα, διαφθορά και α λα κάρτ ιστορία; Και τί κάνουμε εμείς γι’ αυτό; Γιατί για να αλλάξει κάτι πρέπει να χαλάσουμε τη γαμημένη μας τη ζαχαρένια και όχι να περιμένουμε από τους άλλους να το αλλάξουν.

Καυχιόμαστε ξανά και ξανά οτι είμαστε Έλληνες χωρίς να έχουμε καταλάβει καλά καλά τί είναι Έλληνισμός. Γιατί δεν είναι η Μάχη του Μαραθώνα, η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και η Ελληνική Επανάσταση, τέτοιες μάχες έχουν όλοι οι λαοί. Το Ελληνικό Πνεύμα, αυτό που καυχιόμαστε· είναι η έννοια της Δημοκρατίας, οι Ηθικές Αρχές, η εξερεύνηση της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης, η ενασχόληση με τις Τέχνες, ο σεβασμός προς τον Άνθρωπο και το Περιβάλλον και το Ολυμπιακό Πνεύμα, που μας διδάσκει να μην τα παρατάς μέχρι το τέλος. Πόσα από αυτά κρύβουμε στη ζαχαρένια μας και την κρατάμε ακόμα ανέπαφη;

Όσον αφορά το ερώτημα σου αν η θέληση του “μικρού” μπορεί να αλλάξει το σκηνικό ως έχει, σε παραπέμπω σε ένα πραγματικό σύγχρονο Έλληνα τον Γιάννη Αγγελάκα.

Το άρθρο του κ. Αγκαστινιώτη μπορείτε να βρείτε εδώ.

 

Τους “φίλους” μην ξεχάσεις να κάνεις tag!

Αραιά και που, αναπολώ εκείνη την αγνή εποχή της δισκοθήκης όταν είμασταν μικροί. Για όσους δεν τις έχουν ζήσει, οι δισκοθήκες ήταν ο προπομπός των σημερινών clubs. Με βασική διαφορά τη διαρρύθμιση του χώρου.

Κατ’ αρχήν, η δισκοθήκη είχε πίστα. Ένας χώρος τοποθετημένος στρατηγικά κάτω από το dj box, αποκλειστικά και μόνο για όσους ένοιωθαν έτοιμοι να ρίξουν λίγες χορευτικές κινήσεις και να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους. Όπως στα ζώα και τη φύση, ήταν η ευκαιρία του κάθε νεαρού επιβήτορα για επίδειξη κορμοστασιάς και ερωτικού καλέσματος προς το γυναικείο φύλο. Η ανάμειξη των δύο φύλων στη πίστα πρόσφερε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία, για γνωριμία και ό,τι ήθελε προκύψει.

Κατ’ επέκταση, η δισκοθήκη περιμετρικά του μαγαζιού είχε καναπέδες. Οι άνετοι καναπέδες χρησιμοποιούνταν για τους εξής λόγους:

α) Χόρεψε χόρεψε επονήσαν τα πόδκια μου, αφού γεναίκαν εν τα κατάφερα να βκάλω, ας κάτσω λλίον να πνάσω, τζιαί πάλε

και

β) στην περίπτωση που, ο χορός/κάλεσμα είχε αποτέλεσμα, να κάτσεις με την κοπέλλα σου να “γλυφτείς” λιγάκι προσπαθώντας απεγνωσμένα, είτε να αγγίξεις λίγη “ζαμπούδαν” είτε να χουφτώσεις στο ανέμελο λίγο “βυζούιν”.

Τέλεια εποχή με υπέροχες αναμνήσεις.

Μέχρι, που κάποιος αποφάσισε οτι οι δισκοθήκες πλέον είναι “ντε μοντέ” και αντικαταστάθηκαν με τα λεγόμενα Ορθάδικα. Ορθάδικα, ήταν τα καινούρια νυκτερινά μαγαζιά, όπου η πίστα αποτελούσε πλέον παρελθόν και οι άνετοι καναπέδες είχαν αντικαταστάθει με άβολα ψηλά τραπέζια και πολύ μικρό αριθμό σκαμπό, που αν κατάφερνες να βρείς κάποιο ελεύθερο για να κάτσεις σου προκαλούσε αιμορρόιδες.

Βασική ιδέα του ορθάδικου ήταν, οι θαμώνες να παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύκτας στεκόμενοι(εξ ου και το ορθάδικα) και, αν τύχει, χορεύοντας γυρω από το ψηλό τραπέζι. Κάπου εδώ, έρχεται η πρώτη ήττα του φλερταρίσματος. Οι νεαροί επιβήτορες στερούνται τις ευκαιρίας να επιδείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες και να προσελκύσουν το αντίθετο φύλο στη πίστα με το κάλεσμα τους.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά. Aν κατάφερνες με κάποιο τρόπο να βγάλεις γκόμενα, δεν είχες καναπέ και αν δεν τα κατάφερνες, φεύγεις με αιμορρόιδες στο κώλο.

Τα ορθάδικα δημιουργούν μια νέα κουλτούρα στη νυκτερινή ζωή. Τη κουλτούρα, μ’ αυτούς ήρθα και μ’ αυτούς θα φύγω. Οι σχέσεις των δύο φύλων στη νυκτερινή έξοδο υποβαθμίζονται και γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να υπάρξει φλερτ μεταξύ τους.

Αυτή η κουλτούρα εμπεδώνεται στο DNA μας και μετά το τέλος εποχής των ορθάδικων. Τα νυκτερινά μαγαζιά αλλάζουν πάλι κατηγορία για να ονομαστούν clubs. Η διαρρύθμιση και βασική ιδέα παραμένουν ίδια. Το μόνο που αλλάζει είναι οτι τα τραπέζια θεωρούνται privé και διατηρούνται για τους “καλούς” πελάτες. Πια, είσαι σίγουρος οτι στη νυκτερινή έξοδο παίζεται ένα παιγνίδι που εσύ έχεις μείνει στην απ’ έξω.

Το παιγνίδι, απλό! Πριν φύγεις από το σπίτι για την νυκτερινή σου έξοδο, αρπάζεις ένα αγγούρι και το χώνεις στο κώλο. Στόχος του παιγνιδιού, να διατηρήσεις το αγγούρι στη θέση του μέχρι το τέλος της νύκτας. Νικητές; Όσοι καταφέρουν να πάρουν το αγγούρι πίσω σπίτι ανέπαφο, χωρίς να τους πέσει. Πού να χορέψεις με το αγγούρι στο κώλο;

Ναι, η εποχή που όλοι κάνουν τις κολόνες. Μπαίνεις σε club και διερωτάσαι αν έχεις πάει για αξιοθέτα στον Παρθενώνα. Οι γκόμενες σαν καρυάτιδες και οι νεαροι επιβήτορες, κούροι. Αν τύχει και κανενάς που τολμήσει να “σουστεί” λιγάκι στο ρυθμό της μουσικής, οι υπόλοιποι τον κοιταζούν με βλέμμα που προδίδει: “Δείτε εκεί ενά μαλάκα, που νομιζεί οτι είναι; Σε πίστα; Το δικό του αγγούρι πού είναι;”. Έκοψα το μ’ ένα ουζάκι πρίν να ‘ρτω!

Σήμερα, αν και η κατάσταση παραμένει περίπου ίδια, έρχονται να προστεθούν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τώρα, είσαι στο club, wine bar, cocktail bar, κ.τ.λ.. Πέραν από τις κολόνες και την υφιστάμενη κουλτούρα, έχεις να αντιμετωπίσεις τις selfies και τα ποσταρίσματα.

Τις προάλλες, σε ένα μαγαζί, μία όμορφη και χαριτωμένη κοπελλίτσα κάθεται απέναντι. Την κοιτάω και της χαμογελώ. Με κοιτάει και μου χαμογελά. Ωραία, λέω, υπάρχει επαφή. Ναι, σιγά να μην υπήρχε!

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου και βλέπω τη κοπέλλα να ξεκινάει μια ατέρμονη διαδικασία διαρρύθμισης του τραπεζιού. Βάλε εδώ τα ποτήρια, βάλε απ’ εκεί το κεράκι. Να φύγει το τασάκι να μην φαίνεται. Σαράνταπέντε λεπτά έπαιρνε και έφερνε ό,τι υπήρχε πάνω στο τραπέζι. Τέτοιο πάθος για στήσιμο διαφημιστικής φωτογραφίας δεν έχει ουτε η στυλίστρια μόδας του “Vogue”.

Και όλα αυτά για ένα ποστάρισμα του τύπου: “Δείτε μας. Εμείς εδώ, περνάμε τέλειααααααα!”.

Τους “φίλους” μην ξεχάσεις να κάνεις tag!

«Κύκλω τής τραπέζης σου ευφράνθητι, καθορών σου Ποιμενάρχα, τά έκγονα φέροντα, κλάδους αγαθοεργίας»

(Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου που δόθηκε στο περιοδικό Capital Today, όπου αναφέρει τη δημιουργία δικής του τράπεζας και άλλες Χριστιανορθόδοξες αγαθοεργίες)

Μέχρι σήμερα η μόνη τράπεζα που συνδυάζαμε με την Εκκλησία ήταν η Αγία Τράπεζα. Άπο αύριο όμως μπορούμε να μιλούμε και για μία άλλη “αγιασμένη” τράπεζα. Δεν ξέρω αν ο Μακαριώτατος σκοπεύει να δώσει αυτή την ονομασία, αλλά σιγούρα σε διεθνές επίπεδο ένα “Holy Bank of Cyprus” ενδέχεται να δημιουργήσει καποιά σύγχηση. Ειδικά, αν στο λογότυπο αναφέρεται η φράση “Πιστών Κυπρίων”.

Ξεκινά, λοιπόν, τις ατάκες με το καλημέρα της συνέντευξης, λέγοντας μας οτι ο λόγος που η Εκκλησία δεν έχει δώσει στη δημοσιότητα τις οικονομικές της καταστάσεις από το 2007, οφείλεται στο γεγονός οτι κάποιοι δημοσιογράφοι προσπάθησαν να τις αλλοιώσουν. Συγνώμη, Παναγιότατε, ίσως να ήταν καλύτερα να δίνετε τις καταστάσεις για να υπάρχει διαφάνεια και όχι αλλοιώσεις; Δεδομένου οτι αργότερα παραδέχεστε αύξηση περιουσίας από 1 δις σε 1.5 δις!

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια να προβληθεί το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. “Η Εκκλησία της Κύπρου εισπράττει πέντε και δίνει δέκα, και ιδιαίτερα τα τελευταία 4 χρόνια βοήθησε εκατοντάδες φτωχούς, ασθενείς και ανέργους μοιράζοντας κάθε χρόνο χρήματα που ξεπερνούν τα 1.5 εκατομμύρια”, ανέφερε ο προκαθήμενος.

Χμ, 1.5 εκατομμύρια; Βκάλλει πέντε, δκιά δέκα; Χμ…

Συνεχιζει, ο “Αρχιεπίσκοπος είμαι και ό,τι θέλω κάνω, εργάζομαι με ανοικτά χαρτιά και δεν φοβάμαι κανένα” να μας πεί για την αναδιάρθρωσή των δανείων της Αρχιεπισκοπής. Παραχωρήθηκαν, λέει, παραθαλάσσια ακίνητα 100 εκατομυρίων στη Λεμεσό και ευχαρίστησε την Κυβέρνηση για τη μη καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Με τη σειρά μας, παρακαλώ όπως, όλοι ευχαριστήσουμε τη Κυβέρνηση για την ευγενή χορηγία. Άλλωστε, η Εκκλησία βγάζει πέντε και δίνει δέκα, σωστός; Έπίσης, είπε, για το ίδιο θέμα, τακτοποιήθηκαν οφειλές προς την εταιρεία Aristo Developers που εκκρεμούσαν χρόνια. Aristo Developers… Aristo Developers… κάτι μου λαλεί τουντο το όνομα, αλλά εν μου έρκεται τωρά…

Δύο χρόνια διορία, ως τελεσίγραφο, δίνει στην Ελληνική Τραπέζα για να αρχίσει να παραχωρεί μέρισμα. Διαφορετικά, θα αποχωρήσει από το μετοχικό της κεφάλαιο. Δεν νοείται επένδυση που δεν προβλέπει παραχώρηση μερίσματος. Μα, τζιαί σύ κυρία Γεωργιάδη, κάμετε επιτέλους κάτι να εισπράξει τζιαί η Εκκλησία δκυό μπακκίρες! Εν θωρείτε οτι εν ηβκαίνουν οι ανθρώποι;

Εξετάζει σενάρια εξαγοράς ή δημιουργίας τράπεζας, με μόνο δεδομένο να κατέχει το 51%. Με αυτό το τρόπο θα μπορέσει και η Εκκλησία να βάλει το λιθαράκι της στην ανάπτυξη της Οικονομίας του τόπου, με τα δάνεια και τα επιτόκια που θα προσφέρει. Ένα περίπου, όπως η Λαική, η Κύπρου και οι υπόλοιπες πρόσφεραν στην ανάπτυξη του τόπου; Αφού εσύ, Μακαριώτατε μου, θέλεις την επιχείρηση κερδοφόρα. Γίνεται να βγάζει η τράπεζα πέντε και εσύ να δίνεις δέκα; Εν να την παττίσεις στο τέλος!

Είπες το τζιαί μόνος σου για την ΚΕΟ, “τι να κάνω μια εταιρεία την οποία έχω για χρόνια και δεν μου προσφέρει το μέρισμα που θέλω;”. Ό,τι έκανες και με την Cosmo Plastics. Θα την πουλήσεις στον ανταγωνισμό και θα παίρνεις μέρισμα από την συγχώνευση. Απλά πράματα, δίχα έννοιαν!

Πάντως, αφού εξετάζετε σενάρια, έχω ένα πολλά καλό. Εκμετάλλευση του υφιστάμενου δικτύου καταστημάτων, κάθε γειτονιά και εκκλησιά. Βγαίνουν οι Αγίες Τράπεζες και στη θέση τους μπαίνουν μηχανές ΑΤΜ. Όλοι οι κληρικοί, πέραν από Θεολογία, θα κάτσουν ένα Banking και έκλεισες. Με ένα σμπάρο δυό τρυγώνια. Μην σου πώ, το καλύτερο θα ήταν να τις κάμεις franchise. Αυτονόμηση της κάθε ενορίας σε εκκλησία/εταιρεία με 51% ποσοστό σε κάθε μία, δικό σου. Θα γλυτώσεις και από επιτροπές αξιολόγησης των κληρικών, και θα παίρνεις και μέρισμα! Πελλαμός, λαλώ σου.

Μήπως, λέω, αντί να βάλετε λιθαράκι ανάπτυξης ανοίγωντας τράπεζα, να πληρώνατε κανένα φόρο στη Κυβέρνηση που τα έχει και ανάγκη;

Τέλος-για να επιστρέψουμε στη αρχή- για Ουγγρική επένδυση στη Γεροσκήπου, έκανε λόγο ο Πανιερώτατος. Σαράντα σκάλες γης προς ενοικιάση, για ανέγερση πολυτελούς ξενοδοχείου. Η συμφωνία, αρχικά, είχε οριστεί στις 150 χιλιάδες ετησίως μέχρι  την ολοκλήρωση του έργου και εν συνεχεία, 1.5 εκατομμύρια ετησίως μετά την ολοκλήρωση. Αν και, απ’ οτι φαίνεται η συμφωνία μπορεί να αλλάξει, με τον Ούγγρο επενδυτή να προτείνει δεκάδες εκατομμυρία για εξαγορά της γης· κρατώ το νούμερο της αρχικής συμφωνίας.

1.5 εκατομμύρια το χρόνο αφορολόγητο εισόδημα από μία και μόνο επένδυση. Έξω τα τσιμεντοποιία, έξω τα ξενοδοχεία, έξω λοιπές επιχειρήσεις που δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα, έξω οι συγχωνεύσεις και τα μερίσματα.

1.5 εκατομμύρια ετησίως σε παροχές βοηθήματος σε ασθενέστερες τάξεις.

Χμ, 1.5 εκατομμύρια; Βκάλλεις πέντε, δκιάς δέκα; Χμ… Ηρόδοτε μου, εν μαθηματικά, τα ευλοημένα!

Ένα πράγμα είναι σίγουρο. Αν δεν σε πιάννει ο φόρος σε τζιείνα που βκάλλεις, δεν σε πιάννει ούτε τζιαί σε τζιείνα που λαλείς.