Περί Συντάγματος και άλλες αηδίες.

Τον τελευταίο καιρό ακούμε συνεχώς δηλώσεις και πολιτικές, που στις πλείστες των περιπτώσεων  σου προκαλούν δυσφορία και στις υπόλοιπες αηδία. Ένας εκ των δημοσίων προσώπων, που συχνά οι δηλώσεις του σου προκαλούν το δεύτερο, είναι ο Αρχιεπίσκοπος. Οι τελευταίες απόψεις του, που δημοσίως εξέφρασε στη τηλεόραση του ΡΙΚ όσο αφορά τη παιδεία, χρήζουν εξέτασης και πολύ πιθανόν ο προκαθήμενος της εκκλησίας να έχει υποπέσει σε παραπτώματα που, το λιγότερο, θα πρέπει να διερευνηθούν.

Επικαλέσθηκε το σύνταγμα και είπε, “…πρέπει να καταλάβει η κυρία Επίτροπος, οτι το σύνταγμα προβλέπει οτι η παιδεία ανήκει στην κοινότητα, την Ελληνοχριστιανή(!) κοινότητα της Κύπρου, δεν είναι μέσα στα υπουργεία του κράτους. Μετά εξελίχθει από την Κοινοτική Συνέλευση που είχε το απάνω χέρι για την παιδεία, σε Υπουργείο Παιδείας.”

Κατ’ αρχην, για να μήν δημιουργούνται εντυπώσεις και να αφήνουμε ανακρίβειες να αιωρούνται, σας παραθέτω απόσπασμα από την επίσημη ιστοσελίδα της Βουλής των Αντιπροσώπων, “Το Μάρτιο του 1965, με νόμο που θέσπισε η Βουλή, οι νομοθετικές αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης μεταβιβάστηκαν στη Βουλή, οι αρμοδιότητές της επί εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων στο συνιστώμενο με βάση τον ίδιο νόμο Υπουργείο Παιδείας και οι υπόλοιπες διοικητικές της αρμοδιότητες στα άλλα συναφή υπουργεία.”.

Αρα λοιπόν, το μετά που λέει ο Αρχιεπίσκοπος είναι μια πενταετία και η Κοινοτική Συνέλευση είχε, ναί μεν, το πάνω χέρι για πολλά θέματα, αλλά πρώτον, τα μέλη της ήταν εκλεγμένοι δημότες και δεν ασκούσε έλεγχο η εκκλησία, σύμφωνα πάντα με το σύνταγμα και, δεύτερον, σε καμμία περίπτωση οι αποφάσεις της Κοινοτικής Συνέλευσης δεν θα μπορούσαν να προσκρούουν σε βασικές διατάξεις του συντάγματος.

Η άποψη που εξέφρασε, “Το σχολείο έχει πρόγραμμα εκκλησιασμού και δεν νομίζω οτι οι γονείς δικαιούνται να επεμβαίνουν μέσα στο Υπουργείο Παιδείας, αυτό πρέπει να το καταλάβουμε.”, προσκρούει σε σχεδόν ολόκληρο το άρθρο 18 των Γενικών Διατάξεων του Συντάγματος και ειδικότερα με τη παράγραφο 7, “Μέχρι της συμπληρώσεως του δεκάτου έκτου έτους της ηλικίας η απόφασις περί της θρησκείας, την οποίαν θα ακολουθήση το άτομον λαμβάνεται υπό του έχοντος την νόμιμον επιμέλειαν αυτού.”, όπως και με το άρθρο 15, παράγραφος 1, “Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.”. Δηλαδή, πρώτον, την ευθύνη για τη απόφαση περί της θρησκείας ενός παιδιού κάτω των δεκαέξι δεν την έχει ούτε το σχολείο, ούτε η εκκλησία αλλά οι γονείς, και δεύτερον, ο Αρχιεπίσκοπος και το Υπουργείο οφείλουν να σέβονται τον τρόπο που έχει επιλέξει ο κάθε πολίτης να ζεί τη ζωή του και να μεγαλώνει τα παιδιά του.

“Το Υπουργείο Παιδείας έχει πρόγραμμα, πλήρες πρόγραμμα και δεν θα ρωτήσει την κυρία Επίτροπο αν θα το εφαρμόσει ή όχι. Να καταλαβαίνουμε ο καθένας την θέση του.”, είπε με φασιστικό και δικτατορίκο τόνο, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει για την Επίτροπο Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, “Να μήν επεμβαίνει στα εσκαμμένα, δεν είναι δουλεία δική της αν θα παν’ τα παιδιά στην εκκλησία ή όχι”.

Για να καταλαβούμε ο καθένας τη θέση του, είναι δουλεια της Επιτρόπου και το προγραμμα που εφαρμόζει το Υπουργείο και αν θα πάνε τα παιδιά στην εκκλησία χωρίς την συγκατάθεση των έχοντων τη νόμιμη επιμέλεια αυτών, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, “Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.”  και το άρθρο 18, παράγραφος 6, “Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή της θρησκευτικής πεποιθήσεως υπόκειται μόνον εις τους υπό του τόμου προδιαγεγραμμένους περιορισμούς τους αναγκαίους προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.”

Ολοκλήρωσε τις απόψεις του λέγοντας, “Δεν μπορεί το κάθε παιδί να κάνει οτι θέλει και να μήν θέλει να πάει στην εκκλησία. Όταν είναι απόφασις του σχολείου θα παν’ όλα τα παιδιά.”, κατά παράβασην όχι μίας, ούτε δύο, ούτε τριών αλλά τεσσάρων διατάξεων του συντάγματος. Άρθρο 18, παράγραφος 1, “Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.”, παράγραφος 5, “Η χρήσις φυσικής ή ηθικής βίας προς τον σκοπόν, όπως εξαναγκασθή το άτομον να μεταβάλη την θρησκείαν αυτού ή να εμποδισθή όπως, μεταβάλη ταύτην, απαγορεύεται.”, άρθρο 19, παράγραφος 1, “Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ’ οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως.” και παράγραφος 2, “Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων.”

Εν κατακλείδι, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, Πάσαι αι θρησκείαι είναι ίσαι ενώπιον του νόμου. Μη θιγομένης της κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητος των Κοινοτικών Συνελεύσεων, ουδεμία νομοθετική, εκτελεστική ή διοικητική πράξις της Δημοκρατίας δύναται να κάμη δυσμενή διάκρισιν εις βάρος οιουδήποτε θρησκευτικού ιδρύματος ή θρησκείας.”, άρα λοιπόν η Ορθοδοξία δεν κατέχει κάποια περίοπτη θέση στη Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μόνο, είναι ίση προς όλες τις θρησκείες που κάποιος πολίτης μπορεί να ασπαστεί και να ακολουθήσει. “Την παιδεία μας επί αιώνες πολλούς την κρατούσε η εκκλησία μας. Το απάνω χέρι είχε η εκκλησία και κράτησε τα παιδιά μας και ελληνόπουλα και χριαστιανόπουλα”, ισχυρίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος. Όπως μας κρατάει αναλφάβητους, πνευματικά ακαλλιέργητους, άνευ κριτικής σκέψης και σεβασμού προς τον διπλανό μας, ισχυρίζομαι εγώ.

Τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου μπορειτε να δείτε εδώ.
 
Το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *